σιγανοπαπαδιά

σιγανοπαπαδιά
και σιγαλοπαπαδιά, η, Ν
1. μειωτικός χαρακτηρισμός ανθρώπου που υποκρίνεται τον φρόνιμο, τον αγαθό και καλό, ενώ στην πραγματικότητα είναι ύπουλος, πανούργος και μοχθηρός
2. άτομο που παριστάνει τον δυστυχισμένο και ανυπεράσπιστο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι τέτοιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σιγανός / σιγαλός + παπαδιά].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • σιγανοπαπαδιά — η μοχθηρός και πονηρός άνθρωπος που υποκρίνεται τον αγαθό και φρόνιμο: Αυτήν τη σιγανοπαπαδιά να τη φοβάσαι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιγανοπαπαδίτσα — η, Ν [σιγανοπαπαδιά] (με επιτιμ. σημ.) υποκορ. τού σιγανοπαπαδιά …   Dictionary of Greek

  • σιγαλοπαπαδιά — η, Ν βλ. σιγανοπαπαδιά …   Dictionary of Greek

  • σιγανοπόταμο — το, Ν μτφ. (για πρόσ.) σιγανοπαπαδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγανός + ποτάμι] …   Dictionary of Greek

  • σιγανός — (I) ο, Ν ζωολ. γένος φυτοφάγων θαλάσσιων περκόμορφων ιχθύων, που ζουν κυρίως στα ρηχά τών τροπικών και υποτροπικών θαλασσών και τών οποίων δύο είδη ζουν και στις ελληνικές θάλασσες και είναι γνωστά με τις κοινές ονομασίες άσπρη αγριόσαλπα και… …   Dictionary of Greek

  • Φραγκοπαναγιά — η 1. η Παναγία των Φράγκων (των καθολικών). 2. μτφ. (ειρωνικά), γυναίκα που εμφανίζεται σεμνή, σιγανοπαπαδιά, σιγανό ποτάμι, σιγανοπόταμο, αθώα περιστερά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιγαλοπαπαδιά — η βλ. σιγανοπαπαδιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”